20000 Free eBooks
Library for Free Download eBooks and Read Online

Your last book:

You dont read books at this site.

Total books at library:
about 20000

You can read online and download ebooks for free!

Ebooks by authors: A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z 
Papadiamantis, Alexandros / Η χολεριασμένη Τα μετά θάνατον
Produced by Sophia Canoni and George Canonis




Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been
changed otherwise. Words in bold characters are included in &.
Square brackets [] or question mark indications (;) of the
original have been kept. Some footnotes have been placed
at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό.
Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει
ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &.
Οι αγκύλες [] και τα ερωτηματικά (;) είναι του πρωτοτύπου.
Ορισμένες υποσημειώσεις του βιβλίου έχουν τεθεί στο τέλος του.




ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ



Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ



ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ
Η ΧΟΛΕΡΙΑΣΜΕΝΗ



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ 1915



Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ



Εις τον παρόντα τόμον των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, πλην δύο
δημοσιευμένων ζώντος αυτού, όλα τάλλα είναι ανέκδοτα και προσχέδια
διηγημάτων κατά το μάλλον ή ήττον πλήρη, ευρεθέντα υπό της
οικογενείας του μετά τον θάνατόν του.

Και εμψυχώνονται μεν αι ασυμπλήρωτοι αυταί συνθέσεις από την
έμπνευσιν και την γοητείαν, την χαρακτηριστικήν των ωρίμων έργων του
μεγάλου διηγηματογράφου, έχουν όμως και ένα ιδιαίτερον αισθητικόν
θέλγητρον, το ότι μας παρουσιάζουν τον τρόπον της εργασίας του, την
αφανή επιμέλειάν του περί την σύνθεσιν και μάλιστα την φροντίδα του
διά την διατύπωσιν της αφηγήσεως, όπως π. χ. εις το δεύτερον της
σειράς, «Ο γάμος του Καραχμέτη», που αρχίζει κατά δύο παραλλάσσοντας
τρόπους.

Εκρίναμεν ότι έπρεπε να δημοσιευθούν τα ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ αυτά έργα,
όπως ευρέθηκαν, έστω και αν προδήλως υπάρχει ενίοτε εις αυτά λέξις ή
φράσις αλλοιώσιμοι ή πλεονάζουσαι. Και τούτο διά τον αυτόν λόγον, που
μας επέβαλε την έκδοσιν όλων ανεξαιρέτως των δημιουργικών συνθέσεων
του Παπαδιαμάντη και όχι κατ' εκλογήν, η οποία προκειμένου περί
πρώτης μετά θάνατον εκδόσεως των έργων μεγάλου συγγραφέως θα ήτον
ασέβεια και αυθαιρεσία προς αυτόν και προς το κοινόν. — Αι κατ'
εκλογήν εκδόσεις, σύμφωνα με την παντού ισχύουσαν φιλολογικήν
συνήθειαν και την ουχί παραδοξολόγον αλλ' εμβριθή κριτικήν, γίνονται
αργότερα, όταν η γνώσις των έργων και η έκτίμησις του συνόλου της
παραγωγής ενός συγγραφέως διαδοθούν και παγιωθούν εις την εθνικήν ή
και μάλιστα την διεθνή φιλολογικήν συνείδησιν.

I. Ζ.



Η XOΛEPΙΑΣΜEΝH



Την κατωτέρω διήγησιν, καθώς και μίαν άλλην, επιγραφομένην «το Θαύμα
της Καισαριανής», ήκουσα εκ στόματος της παθούσης, ήτις είνε η κυρά
Ρήνη Ελευθέραινα, του ποτέ Ροδίτη, σεβασμία γερόντισσα Αθηναία.

«Με είχαν παρατήσει όλοι οι δικοί μου, ο άνδρας μου, όπως κι' ο
αδερφός μου...Είχα πανδρευθή μικρή, μ' αυτόν τον μπάρμπα-Λευθέρη, που
βλέπεις που κοντεύει τώρα τα ογδονταπέντε. Θα ήτον ως είκοσι χρόνια
μεγαλείτερος από μένα.

Τόσο μικρή και τόσο άκακη και άγνωστη ήμουν, κορίτσι δεκατριών
χρονών. Εκείνος μ' έπαιρνε στα γόνατά του και μ' εφίλευε καραμέλες.
Θα ήταν τριαντάρης τότε. Εγώ ούτε ιδέαν είχα απ' αυτά τα πράγματα.

Σαν ήρθε η φοβερή χρονιά, που έφερε την κατοχή των Αγγλογάλλων και τη
χολέρα, που βάσταξε τρεις μήνες κ' έπαψε την ημέρα του Αγίου
Φιλίππου, ύστερα από μεγάλη λιτανεία και δέησι που έκαμε ο λαός με
τους παπάδες, με τα εικονίσματα, με Σταυρούς και με ξεφτέρια, κ' οι
Αγγλογάλλοι φοβέριζαν τον βασιληά μας, τον Όθωνα, κ' εκείνος ήτον
κλεισμένος στο Παλάτι, — μόνο για να παρηγορή τον λαό έβγαινε — και
δεν το κούνησε από την Αθήνα, μ' όλη τη χολέρα και το θανατικό. Κ'
έβγαιναν τον ανήφορο οι Αγγλογάλλοι, πλήθος πολύ, καβαλλαρία,
Δραγώνοι τους λέγανε, και φαντάροι, που φορούσαν κάτι πουτούρια και
τους λέγανε Ζουάβους· κι' άλλοι με κατακόκκινες γιακέταις, κάτι
φοβεροί, θεόρατοι, άνδρες ως 'κεί 'πάνω, με άντζες γυμνές, που
φορούσαν κάτι σαν φουστανέλλες· κ' έβγαιναν κατά την πλατέα κ'
εφοβέριζαν τον Όθωνα. Κι' όσο τον εφοβέριζαν οι Αγγλογάλλοι, τόσο τον
αγαπούσε ο λαός. Κι' ο βασιληάς επονούσε το λαό κ' εσκορπούσε ελέη
και ψυχικά πολλά απ' το Παλάτι.

Σαν ήρθε η χρονιά εκείνη, εμείς ήμαστε πανδρεμμένοι τρία χρόνια
μπροστήτερα. Ο μπάρμπα-Λευθέρης με της καραμέλες με είχε καταφέρει.
Θα ήμουν δεκαπέντε, ας ήμουν το πολύ δεκάξη χρονών, όταν έγεινε η
στεφάνωσι. Εκείνος θα ήτον παραπάνω από τριάντα.

Τότε, σαν ήρθε το κακό, χολεριάσθηκα κ' εγώ. Είχα γεννήσει ολίγους
μήνες μπροστά τη μοναχοκόρη, την Κατήγκω μου, αυτή που βλέπεις. Σαν
μ' έπιασαν οι εμετοί και τα άλλα συμπτώματα, Θεός να φυλάη — μακρυά
από σας — ο Λευθέρης, αυτός που βλέπεις, μ' απαράτησε κ' έγεινε
άφαντος. Πέρασαν πολλές ώρες και δεν εφάνη. Ο αδερφός μου ο Θύμιος,
κι' αυτός, ούτε θέλησε να με ζυγώση.

Εκαθόμουν στην ενορία των Αγίων Αποστόλων, σ' ένα στενό σοκάκι, στην
Ακρόπολι αποκάτω. Είχα το παιδί στην κούνια κ' έκλαιε. Εγώ υπόφερνα
απ' τους πόνους της αρρώστειας κ' εδίψαγα φοβερά.

Εφώναζα νάρθη κανένας. Εζητούσα ένα ποτήρι νερό για έλεος. Κανένας
δεν ήρχετο. Η γειτόνισσες, άλλες είχαν φύγει, με την ώρας τους, στην
εξοχή, κι' άλλες έκαναν τον κουφό και δεν άκουαν.

Μόνον ένας γείτονας, ο κυρ Μικέλης ο Φλουδάκης, πέρασε το χέρι του
απ' το παραθυράκι και μου έρριξε δέκα σβάντζικα. Εγώ του φώναζα να
μου φέρη νερό. Αλλά μου είπε, δεν είχε, κ' έφυγε. Ή δεν είχε αληθινά,
ή φόβος τον έπιασε και δεν ήθελε ν' αργοπορήση σιμά μου, μην κολλήση.

Καλά και τα δέκα σβάντζικα. Λεφτό δεν είχα. Μα ευχαρίστως θα έδιδα τα
δέκα σβάντζικα, για να μου έφερνε κανείς ένα ποτήρι νερό.

Μια αρμάθα κυδώνια είχα κρεμασμένη στον τοίχο απ' έν' αραφάκι.
Σηκώθηκα, επήρα ένα και το μάσησα, για να ξεδιψάσω. Ύστερα, σαν
καλλίτερα μου φάνηκε να ήταν ψημένα. Έκαμα κουράγιο, άναψα φωτιά κ'
έψησα δυο-τρία και τάφαγα.

Είχα κουράγιο. Η καρδιά μου γερή. Ο εμετός μου είχε πάψει από ώρα.

Σαν είχα φάγει τα κυδώνια, μου φάνηκε πως μου εκόπη κάπως η δίψα.
Ύστερα πάλι εδίψασα χειρότερα.

Σηκώθηκα, κ' εβγήκα έξω. Έκαμα ολίγα βήματα στο σοκάκι. Η γειτονιά
έρημη. Ο κόσμος είχε φύγει. Αυλόπορτες κλεισμένες. Παράθυρα
κλειδομανταλωμένα. Ψυχή δεν εφαίνετο πουθενά.

Επήγα παραπέρ' ακόμα. Ήξευρα πως ήτον μια βρύσι κάπου εκεί. Έφτασα,
με μεγάλη αδυναμία, με κομμένα γόνατα. Ξέστρηψα με κόπο την κάνουλα
της βρύσης. Ω! συφορά μου! το νερό είχε κοπή.

Σηκώνουμαι, σέρνουμαι ακόμα παραπέρα... Δεν θυμάμαι αν είχα πάρει
μαζί μου το κορίτσι μου από την κούνια...»

Εδώ η αφηγουμένη διεκόπη, και προσεπάθει ν' αναπολήση. Είτα
επανέλαβε·

«Ναι... όχι, δεν το πήρα μαζί μου... Είχα βγη έξω για προσωρινά. Το
ένα πρώτο για να βρω νερό κ' έπειτα με την ελπίδα ν' απαντήσω κανένα
γνώριμο... να τον αρωτήσω αν είδε τον άνδρα μου πουθενά. Χωρίς άλλο,
είχα σκοπό να γυρίσω πίσω στο σπιτάκι μου.

Επήγα παραπέρ' απ' τη βρύσι, που δεν είχε νερό. Εκεί ακούω σαν
μουρμουρητό, σαν σιγανή ψαλμωδία. Έφτασα απ' έξω απ' τους Αγίους
Αποστόλους. Βλέπω μια μικρή καρρότσα, με τ' αλογάκια της, που έστεκε
παρέκει, σε μια γωνιά του δρόμου.

Η πόρτα της εκκλησιάς ήτο ανοικτή. Βλέπω μια γρηά. Ήτον η
κλησιάρισσα. Σαν με είδε, φοβήθηκε κ' ηθέλησε να κλείση την πόρτα από
μέσα. Θα κατάλαβε απ' την όψι μου πως ήμουν μολεμμένη. Σπρώχνω την
πόρτα, φωνάζω·

— Λίγο νερό! ... δεν είστε χριστιανοί;

Είδα που είχε δύο στάμνες ακουμπισμέναις από μέσ' απ' την πόρτα, σιμά
στο παγγάρι. Η γρηά μ' ελυπήθηκε, εσήκωσε τη μια στάμνα, που φαίνεται
να είχε λίγο νερό, κάτω απ' τη μέση, και μου είπε·

— Κάμε της χούφτες σου.

Έκαμα της χούφτες μου, της παλάμες μου βαθουλές, έσκυψα, αυτή μου
έρριχνε απ' ολίγο-λίγο νερό μέσ' της χούφτες κ' εγώ έπινα. Μου φάνηκε
σαν αγιασμός. Αναστήθηκ' η ψυχή μου. Ύστερα η γρηά, σαν ετράβηξε τη
στάμνα μέσα, έκαμε πάλι να σπρώξη την πόρτα, για να με κλείση απ'
έξω. Εγώ έπιασα με τα δυο χέρια το φύλλο της πόρτας, κ' είπα·

— Τι κάνουν μέσα;

Άκουσα σιγανή ψαλμωδία και διάβασμα παπά.

— Βαφτίζουν, μου είπεν η καλόγρηα, με τρόπον που έδειχνε πως ήτον
στενοχωρημένη που δεν μπορούσε να με απομακρύνη.

Επέρασα το κεφάλι στο άνοιγμα της πόρτας. Ξαφνίστηκα. Έβαλα μια φωνή.
Εκεί μέσα στην εκκλησιά, γνώρισα δικούς μου ανθρώπους. Ήτον ο
Λευθέρης, ο άνδρας μου, ο Στάθης, ο γαμβρός του κ' η Στάθαινα, η
ανδραδέλφη μου, που είχε πάρει ευχή, καθώς φαίνεται, πριν σαραντίση
και εβάφτιζαν το μικρό τους, την πρώτη κόρη που του είχε κάμει η
γυναίκα του η νιόνυφη.

Ένας άλλος άνθρωπος ήτον μαζί τους. Αυτός ήτον ο αμαξάς εκείνης της
καρρότσας, που είχα ιδεί να στέκη απ' έξω εκεί.

Κατάλαβα τι έτρεχε. Είχαν σκοπό να φύγουν όλοι τους μαζί, για κανένα
περιβόλι, κ' είχαν έτοιμο και τον αμαξά με την καρρότσα, κι' ο άνδρας
μου, που έκανε και το νουνό, θα πήγαινε, καθώς φαίνεται, μαζί τους.
Πριν φύγουν, ηθέλησαν σαν καλοί χριστιανοί, να βαφτίσουν το μωρό
τους.

— Πώς ήρθες; μου εφώναξε ο άνδρας μου σαν με είδε· πού άφησες το
παιδί;

— Εσύ, πώς μ' άφησες, εμένα; του λέω.

Εκείνη τη στιγμή είχε τελειώσει η βάφτισι. Εγώ τους έγεινα κουνούπι
και δεν έφευγα από κοντά τους. Ο άνδρας μου ήτον συλλογισμένος.

Μ' έβλεπαν πως μου είχε πάψει ο εμετός, κ' εβαστούσα καλά στα πόδια
μου. Ετοιμάζοντο για να φύγουν.

— Θάρθω κ' εγώ μαζί σας όπου πάτε! είπα εγώ χτυπώντας το κοφτερό του
χεριού επάνω στην παλάμη μου.

— Σύρε να φέρης το παιδί, μου λέει ο άνδρας μου.

— Πάμε μαζί, του λέω.

Ο Λευθέρης άρχισε να ξύνεται. Ο αμαξάς χωρίς να του προτείνη κανείς
τίποτε, άρχισε να φέρνη δυσκολίες.

— Συφωνήσαμε για τρεις νοματαίους και το μωρό τέσσεροι και μου
δώσατε, τι μου δώσατε; τον άκουσα να λέη στον ανδράδελφό μου. Τώρα οι
τέσσεροι θα γίνουν έξη. Δεν μας παίρν' η καρρότσα.

Ο ανδράδελφός μου, τον είδα που του έγνεψε με τρόπο, σαν να ήθελε να
του πη: «Ησύχασε και μη σε μέλη...θα είμαστε όσοι είμαστε...»

Τότ' εγώ έβγαλα τα ένδεκα σβάντζικα, που μου είχε ρίψει ο γείτονας ο
κυρ Μικέλης και δεν είχα ξεχάσει να τα δέσω καλά στο κλωνί της
μανδήλας μου. Σαν άκουσε τον κουδουνισμό ο καρροτσέρης, εγύρισε κατά
μένα.

— Να, έχω ένδεκα σβάντζικα, είπα. Σου τα δίνω όλα να με πάρης κ'
εμένα μαζί.

Ο καρροτσέρης εζύγωσε προς το μέρος μου. Ξέχασε πως ήμουν
χολεριασμένη.

Έβγαλα τα σβάντζικα και τα μετρούσα.

— Να, πάρε τα και τα δέκα, είπα και να με πάρης μαζί.

Την πρώτη φορά είχα ειπεί ένδεκα· ύστερα, στη στιγμή, το μετάνοιωσα
κ' είπα με τον εαυτό μου: «ας κρατήσω κ' ένα σβάντζικο, δεν ξέρω τι
γίνεται». Μα ο αμαξάς είχεν ακούσει τα ένδεκα. Επάσκισα εγώ να το
κρύψω, το ένα μέσ' την παλάμη μου, μα εκείνος το είδε.

— Είπες ένδεκα, είπεν ο αμαξάς. Φέρ' τα εδώ και θα σε πάρω.

— Δέκα, είπα εγώ.

— Φέρ' το και τ' άλλο, επέμεινεν ο αμαξάς.

Μου τα πήρε και τα ένδεκα. Ο ανδράδελφός μου γύρισε και του είπε·

— Τώρα δεν έλεγες πως θα πέσουμε πολλοί;

— Μα αφού μας παίρν' η βάρκα! απελογήθη ο αμαξάς· η βάρκα χωρεί,
εσάς τι σας μέλει;

Είχαν ιδεί πως δεν είχα πλέον άσχημα συμπτώματα, η όψι μου φαίνεται
να είχε σιάξει και δεν έδειχναν μεγάλο φόβο. Η ανδραδέλφη μου μού
έρριξε μια ματιά, σαν να μ' ελυπήθη.

— Ας έρθη κι' αυτή, η καϋμένη, Στάθη, είπε του ανδρός της.

Κοντολογής, ο άνδρας μου, ο Λευθέρης, έκαμε κουράγιο, επήγε μόνος του
ως το σπίτι, ηύρε το παιδί μας που έκλαιε, το επήρε και μου το έφερε
και ολίγα ρουχικά μαζί.

Μπαρκάραμε όλοι αντάμα στην καρρότσα.

Εμείναμε δυο-τρεις μήνες, με τον άνδρα μου, σ' ένα περιβόλι μιανής
συγγένισσάς μας, κοντά στον Άι-Γιάννη του Ρέντη.

Εκεί ήρχοντο συχνά Αγγλογάλλοι. Είχαν σταθμούς εκεί κοντά. Τους
έπλυνα τα ρούχα και μου έδιναν ασημένια φράγκα. Έβλεπαν το κορίτσι
μου, την Κατήγκω μου, που μεγάλωνε σιγά-σιγά, κ' εκόντευε να χρονίση.
Την εχάδευαν κ' έλεγαν· «Πίκκολο! πίκκολο!»

Ως τόσο, όταν ήταν όλοι τους μαζί, καβαλλαρία, με της περικεφαλαίες
τους, εφαίνοντο φοβεροί· χωριστά κι' ολίγοι-ολίγοι, εφαίνοντο κι'
αυτοί καλοί άνθρωποι.

Περάσαμε καλά. Η χολέρα έφυγε σε λίγο. Κοντά στα Χριστούγεννα, ήρθαμε
στο σπίτι μας, στους Αγίους Αποστόλους, τo ηύραμε απείραχτο, κ'
εκαθίσαμε με αγάπη και ειρήνη.

Όχι μόνον είχαμε περάσει καλά, αλλά και κάτι λεφτά μου περίσσεψαν από
της υπηρεσίες που έκανα στους Αγγλογάλλους. Όταν εγυρίσαμε στην
Αθήνα, μέσα, είχα σωστά εκατόν δέκα φράγκα ασημένια.

Μου φάνηκε, τα ένδεκα σβάντζικα, που είχα δώσει τρεις μήνες μπροστά
στον καρροτσέρη, πως τα είχα σπείρει στη γης κ' εκαρποφόρησαν το
δεκαπλάσιο».



Ο ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΧΜΕΤΗ



Κατ' εκείνον τον καιρόν είχε καταπλεύσει ο Καπετάν Πασάς με την
αρμάδα του εις τον Μέγαν Γιαλόν, κάτω από το Παλαιόν Κάστρον του
Βορρηά, όπου εξέσπων τ' άγρια κύματα, φθάνοντα ως μετά μακρόν δόλιχον
εις το τέρμα Αλίμενον, θεσπέσιον πέλαγος, [το κράτος του Βορρηά]. Ήτο
γαλήνη και καύσων σφοδρός, τα μελτέμια είχον παύσει να φυσούν περί τα
τέλη Ιουνίου, και ούτω ημπόρεσαν τα μεγάλα σκάφη να σταθούν σχεδόν
επί τριάκοντα έξ ώρας εις τον άνορμον εκείνον κόλπον. Επάνω στα
πλοία, το ήμισυ του πληρώματος ήσαν Τούρκοι, Μαυροθαλασσίται,
Μικρασιάται και άλλοι· το άλλο ήσαν Αιγύπτιοι και Άραβες, Βαρβαρέζοι,
Τουνεζηνοί [Αλγερίνοι]· και το τέταρτον περίπου ήσαν τα συνήθη
αγήματα των Χριστιανών ναυτών, εκατόν πενήντα ως έγγιστα Υδραίοι και
άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, και ολίγοι εκ των λοιπών νήσων.

Ο γραμματεύς του Καπετάν Πασά ήτο και αυτός Φαναριώτης, περιπεσών εις
δυσμένειαν, εκ της οικογενείας του Μ. Ο ναύαρχος Αχμέτης ήτο εύνους
προς αυτόν, τον υποχρέωσε ν' αλλάξη όνομα, και τον έλαβεν ως
γραμματέα του επί της φεργάδας. Ο γραικός ήτο αφωσιωμένος εις τον
αφέντην του, ως εικός. Την ημέραν εκείνην, καθώς έρριψεν αγκύρας ο
στόλος παρά την ακτήν του Κουρούπη, έως τα νησιά του Καστριού και τα
Λεχώνια — ανάμεσα εις τον Μέγαν Γιαλόν και τον Μικρόν Γιαλόν — ...
και τα πλέον μικρά πλοία ηγκυροβόλησαν παρά τον Άγιον Σώστην εις την
δυτικοβόρειον ακτήν, όπου ήτο περισσότερα σκέπη, και αν εφύσα μελτέμι
δεν έπιανε και τόσον, ο πρώτος εξ όλης της νήσου, όστις επεσκέφθη εις
την ναυαρχίδα τον Καπετάν Πασάν, ήτο ο εκ των πρώτων προεστών του
χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου........

(*) Η αρχή του διηγήματος επαναλαμβάνεται από τον συγγραφέα εις τους
τρεις επομένους παραγράφους κατ' άλλον τρόπον.

Ο Καπετάν πασάς με την αρμάδα κατέπλευσε και άραξε, ανάμεσα στον
Μέγαν Γιαλόν κ' εις τον Μικρόν Γιαλόν. Καράβια εγέμισε ο τόπος ο
υγρός, εμαύρισε όλ' η θάλασσα. Άλλα έρριψαν άγκυραν από τα Λεχώνια,
και περί την ακτήν του Κουρούπη, κι' ως τα νησιά του Καστριού, τα
λευκά και πετρώδη πέραν, κι' άλλα, τα μικρότερα σκάφη, ωρμίσθησαν εις
τον Άι-Σώστην, ακτήν, όπου ο τόπος ήτο ημερώτερος, εις το απάγγιο,
όπου ήτο περισσοτέρα σκέπη και νηνεμία· δεν εφύσα μελτέμια τας ημέρας
εκείνας, τέλη Ιουνίου· ήτο γαλήνη· αλλά και αν έπερνε μελτέμι εις την
δυτικοβόρειον ακτήν εκείνην, δεν θα έπιανε και πολύ. Ήτο όλος
αλίμενος, ονειρώδης τόπος, θεσπέσιον πέλαγος, το κράτος του Βορρά. Τα
κύματα εδολιχοδρομούσαν, όλην την ημέραν, από όρθρου βαθέος μέχρι
δειλινού — εις όλην την βόρειον Άσπρην θάλασαν, ανάμεσα στα Μπογάζια
και τον Όλυμπον, τον Άθωνα και το Γρυπονήσι, και κοντά το βράδυ μόλις
έφθαναν εις το τέρμα διά να ξεσπάσουν και αναπαυθούν στο Κάστρο του
Βορρηά. Κόσμος και κόσμος, δηλ. οι χίλιοι τόσοι κάτοικοι του
Καστριού, γυναίκες, γέροντες και παιδιά εμαζώχθησαν κατά το βράδυ
στης Ανεμιάς το κανόνι, στο υψηλύτερον βόρειον μέρος του Καστριού, κ'
εγνάντευαν, εγνάντευαν απλήστως, το τέρας οπού είχεν έλθη — τόσα
πελώρια σκάφη, τρικάταρτα, με δύο και τρεις κουβέρτες, κ' είχεν
αράξει, κατ' ευδοκίαν του απίστου σκυλιού-Σουλτάνου, του αυθέντου
μας, εις τα πετρώδη (πετροκάβουρα) νησιά του Κουρούπη, όπου
εκατοικούσαν τόσα δαιμόνια και φαντάσματα.

Δύο τρεις βαρκούλες, επειδή ήσαν δύο τρία πτωχά μαγαζειά κάτω στην
υγράν άμμον, όπου ήτο μεταξύ εις τους βράχους τους χερσαίους και τους
θαλασσίους, οπού κατέβαιναν καλλικαντζούνες κ' εφάνταζαν ως χήραι
γυναίκες μυρολογίστρες επάνω στα γκρίφια — και τα λαλαρίδια του
γιαλού, κόκκινα, βυσσινιά, ρόδινα, γαλάζια, [βιολετένια] εκυλίοντο λι
λι λι, λα λα, δώρα της θαλασσίας νεράιδας, ατίμητα, γλυκά αθύρματα
των παιδιών, στην άκραν του γιαλού και της άμμου.

— Εκείθεν απετόλμησαν δύο-τρεις βαρκούλες κ' έπλευσαν με τα κουπιά
επάνω έως τας πλευράς του θαλασσίου κήτους, και περιέπλεον μακρόθεν
το θείον κύμα. Κ' οι ναύται από την κουβέρτα τους έκραζαν ελληνιστί,
— Ελάτε, ελάτε! — αλλά τα παιδιά, οι κωπηλάται δεν ετολμούσαν (επειδή
εκεί εμπρός εις τα νησιά, κι' αντίκρυ στο κάστρο, είχεν αράξει η
ναυαρχίς)· διότι το έν πέμπτον περίπου εκ του πληρώματος, ύστερ' από
Τούρκους, Αιγυπτίους, Αραβας, Βαρβαρέζους, Τουνεζηνούς και
Αλγερινούς, ήσαν τα συνήθη αγήματα των Χριστιανών — Υδραίοι περί τους
150, και άλλοι τόσοι ομού Σπετσιώται, Ψαριανοί, Κασιώται, άλλοι
Σποραδίται, κι' ολίγιστοι απ' άλλας νήσους. Και ο πρώτος που
επεσκέφθη επισήμως τον Καπετάν Πασάν επί της ναυαρχίδος ήτον ο πρώτος
προεστώς του χωρίου, ο Κουμπής Νικολάου, παλαιός γνώριμός του.

Είχεν ο ναύαρχος Αχμέτης επί του πλοίου γραμματικόν Φαναριώτην, εις
δυσμένειαν περιπεσόντα, εκ της οικογενείας του Μ. Ο στόλαρχός τον
είχεν υποχρεώσει ν' αλλάξη τ' όνομά του, και τον προσέλαβε κρύβδην ως
γραμματέα. Ο έξυπνος Γραικός ήτο, ως εικός, πολύ αφωσιωμένος εις τον
αφέντην του, όσον πας τις εις την θέσιν του οφείλει να είνε.

Ο Κουμπής Νικολάου, μαύρος, ρωμαλέος, επιβλητικός με το τσιμπούκι, με
τας κινητάς μακράς χειρίδας, και με τα τσόχινα ανωβράκια του,
προήδρευε συνήθως εις το Κιόσι, δίπλα στην Μεγάλην Στέρναν, κι'
αντίκρυ στο τζαμί· εκεί ήτο είς Τούρκος τσαούσης, στο διπλανόν
κονάκι, διά τον τύπον — όπου συνηθροίζοντο συνήθως οι προεστοί.
Διελέγοντο, εσυμβουλεύοντο, κ' υπερίσχυε συνήθως η γνώμη του
ζωηροτέρου, όστις είχεν εκάστοτε αρκετόν σθένος, ώστε να πειθαναγκάζη
τους άλλους. Το χάρισμα αυτό το είχεν εις μέγαν βαθμόν ο Κουμπής.
Μελαψός, στιβαρός, απότομος, ενόει να γίνεται όπως αυτός ήθελε. Και
εγίνετο σχεδόν πάντοτε. Διότι, αν και δεν εδέχετο ο χαρακτήρ του την
κολακείαν, αλλ' ήτο απλούς και ευθύτατος, [και] τα είχε καλά με τους
Αγάδες.

Εν τούτοις, &κατ' οίκον είχε διαφόρους πειρασμούς& ο Κουμπής. Την
χρονιάν εκείνην είχε κολλήσει &στον νουν του Κουμπή&, ότι έπρεπε να
χωρίση την γυναίκα του, επειδή ύστερ' από 15 χρόνων συζυγίαν δεν του
είχε κάμει παιδί. Ο Κουμπής δεν ενόει να έχη παλλακίδα — «πόρνους και
μοιχούς κρινεί ο Θεός». Αυτό το ρητόν σχεδόν μόνον απ' όλην την
Γραφήν ήξευρεν. Αλλά πώς να υιοθέτηση ξένον γέννημα (&ξένο κρειάς να
μη θρέψης,& έλεγε χυδαία τις παροιμία); διά να τον βλασφημούν τανήψια
μετά τον θάνατόν του, επειδή θα τους απεκλήρωνεν; ή πώς ν' αφήση το
βιο του σ' όλους αυτούς, οπού θα εμάλωναν μετά την τελευτήν του,
ποίος να πάρη τα πλειότερα, και ίσως θα αστοχούσαν να του κάμουν τα
ψυχικά — και πάλιν αυτό θα ήτο κατάρα και βάρος εις την ψυχήν του;
Καλά είπεν ο Κύριος: «Πώλησον τα υπάρχοντά σου, και διάδος πτωχοίς».
Αλλά κ' οι καλόγεροι, δι' ους φαίνεται να το είπε, κι' αυτοί
περιμένουν πότε να πωλήση άλλος τα υπάρχοντά του, ή και να τους τα
χαρίση διά να έχουν να τρώνε, αλλά και διεκδικούν λυσσωδώς «τα
κτήματα της Μονής», διά να τρώη ορφούς και γουρουνόπουλα ο Δεσπότης,
ο Πίτροπος, ο Βοΐβοντας, ο γραμματικός και τόσοι άλλοι.

Ανάγκη πάσα να τραβήξη τις το σκοινί του — να βαστήση τον ζυγόν του,
να μεταφέρη το φορτίον του. Ο Κυρ Κουμπής, ενώ κατά τα άλλα ήτο τόσον
αυστηρός άνθρωπος, είχε κι' αυτός μίαν αδυναμίαν· επόθει να έχη
μικρόν νινί, χαριτωμένον, αγγελικόν πλάσμα, διά να το χορεύη στα
γόνατά του. Η Σεραϊνώ ήτο σαράντα χρόνων, και μετά τόσα χρόνια, 15
περίπου, δεν εγέννησε τίποτε. «Ούτε παιδί, ούτε κουτάβι, ούτε
'κλούθο». Αυτός ήτο πεντηκοντούντης ως έγγιστα. Η Λελούδα η αντικρυνή
του ήτο μόλις τριάντα χρόνων ίσως — ωραία, ροδόπλαστος, σεμνή,
ταπεινή, πτωχή και άμεμπτος, απροστάτευτη και πεντάρφανη. Ένα μόνον
θείον είχε, κ' εκείνος δεν ήτο ικανός να την προστατεύση.

Εσκέφθη να την απαγάγη, και να δωροφορήση έναν παπάν, ή και να τον
βιάση με φοβέραν — επειδή ήτο γνωστόν ότι τα είχε καλά με τους
Τούρκους — να τους στεφανώση. Και το πρώτον στεφάνι τι θα εγίνετο;
Αυτός δεν είχεν ατιμάσει το στεφάνι, ούτε η συμβία του. «Πόρνους και
μοιχούς...» Θα το έκαμνε μόνον διά ν' αποκτήση, αν θέλη ο Θεός,
κληρονόμον. Όταν, τας ημέρας εκείνας, συνέβη να καταπλεύση ο Πασάς με
την αρμάδα, ο Κουμπής το απεφάσισε.

Κατά την επίσκεψιν εις την ναυαρχίδα συνωμίλησε μίαν ώραν μετά του
Αχμέτη Πασά. Τι του είπε; Φαίνεται ο Κουμπής του εζήτησεν
εκδούλευσιν, και ο Τούρκος ναύαρχος του υπεσχέθη.

Το βράδυ, όταν ενύχτωσε, ο Κουμπής είχεν αρματώσει μίαν σκαμπαβίαν με
έξ κωπία. Τους δύο εκ των κωπηλατών, ψαράδες του γιαλού, όπου ήσαν
άνθρωποί του και λίαν αφωσιωμένοι εις αυτόν, τους έπεισε ν' ανέλθωσι
τον ανήφορον — υψηλόν, απότομον, πετρώδη, όπου έφερεν από τον Γιαλόν
εις το Κάστρον, υποκάτω στην γέφυραν του Κάστρου, από άσχιστον
αγριόξυλον, παρά το χάσμα, όπου έχαινεν άβυσσος και κρημνός, όπου
έπιανε πάντα άνθρωπον ίλιγγος και σκοτοδίνη. Την γυναίκα του την
Σεραϊνώ, την είχε κράξει το πρωί, καθώς κατέβαινεν από τον κρεμαστόν
σοφάν, όπου είχε κοιμηθή, κ' εφόρεσε τα πανοβράκια, με τας κεντητάς
βρακοζώνας και τα πλατέα μανίκια, κ' έπινε το πρωινόν σερμπέτι του.
Διότι μόλις είχεν εισαχθή τότε εις τον τόπον ο καφές. Τον είχε φέρει
πρώτος ο κυρ Αλεξανδράκης ο Λογοθέτης, άλλος προεστώς κι' αυτός,
εμπορευόμενος από την Μολδοβλαχίαν, κι' ο κυρ Κουμπής, επειδή δεν ήτο
εύκολος νεωτεριστής εις όλα τ' άλλα — μόνον εις τον γάμον ήθελεν, όχι
να νεωτερίση, αλλά να πραξικοπήση και δώση κακόν παράδειγμα — δεν τον
είχε συνηθίσει ακόμη. Έκραξε την γυναίκα και της είπε. — Τ' ακούς,
Κουμπίνα; Το βράδυ, σαν σουρουπώση, να πας ν' ανάψης τα καντήλια τ'
Άι-Προκοπίου, κάτω στο ρέμμα. Το έχω τάξιμο από καιρό. Μεθαύριο είνε
η μνήμη του, κι' αύριο δεν θα πάρης εύκολα αράδα, θα κουβαλήσουν
χίλια λαδικά. Πάρε μαζί σου και την φτωχή γειτόνισά μας την Λελούδα,
επειδή και είνε κι' αυτή ανέβγαλτη, και δεν έχει άλλη παρηγοριά από
σένα, που θα είνε μοναξιά, να πάτε ν' ανάψετε τα καντήλια, να
σεργιανήσετε κι' όλας.

— Άκουσε να σου πω, νάχω και το συμπάθειο, Κουμπή, απήντησε το
Σεραϊνώ. Η Λελούδα είνε, όπως είπες, ανέβγαλτη, και τώρα είν' εδώ η
αρμάδα. Ποιος ξέρει αν δεν θα βγουν οι Τουρκαλάδες όξω στη στεριά, να
πάρουν αράδα της αβραγιές και τα χωράφια. Η Λελούδα θα φοβάται να
'ρθή μαζί μου.

— Ακούς τι σ' λέω, Κουμπίνα; Εσύ να την καταφέρης να 'ρθή μαζί σου.
Και ποιος μπορεί να σας πειράξη, χριστιανός ή τούρκος ή άλλος, ας
είνε και διάβολος με τα κέρατα; Δεν ξέρεις ότι τάχω καλά με τσ'
αγάδες; Έχουν άλλοι από μένα εδώ στο χωριό κονσόλα κι' αποκούμπι; Εγώ
είμ' εδώ. Ποιος θ' αποκοτήση να σας πειράξη;

Η Κουμπίνα, αν και δεν ημπόρεσε να καταδαμάση την αλλόκοτον υποψίαν
που της ήλθε στον λογισμόν, συνεμορφώθη με την παραγγελίαν του
συζύγου της. Ήτο απλή και δεν επονηρεύετο. «Η δε γυνή ένα φοβείται,
τον άνδρα». Της γίδας τα κέρατα είνε κυρτά, εις σημείον υποταγής,
φαίνεται, εις τον υψικέρατον τράγον. Της κόττας η λοφιά είνε αμαυρά
και ταπεινή, και του πετεινού είνε κόκκινη, υψηλή και εξηρμένη, και
όλον το σώμα του με υψηλά σκέλη ανωρθωμένον. Παντού η υποταγή της
θηλείας εις τον άρρενα.

Η φτωχή Λελούδα, άμα είδε την πρώτην αρχόντισσαν του χωριού και την
παρεκάλεσε να υπάγη μαζί της εις βραχείαν εκδρομήν έξω του Κάστρου,
επειδή ησθάνετο κι' αυτή υπολανθάνουσάν τινα ανάγκην ν' αλλάξη τον
αέρα, ύστερ' από πολλούς μήνας οπού δεν είχεν εξέλθει από το ταπεινόν
καλύβι της, επείσθη. Η Κουμπίνα της είπεν, ότι δεν είχον να φοβηθούν
τους Τούρκους, καθότι μέσα στα καράβια ήσαν και πολλοί ναύται
χριστιανοί.



Pages: | 1 | | 2 | | 3 | | 4 | | 5 | | 6 | | 7 | | 8 | | 9 | | 10 | | 11 | | 12 | | Next |

Library mainpage -> Papadiamantis, Alexandros -> Η χολεριασμένη Τα μετά θάνατον